Louis MacNeice | Δουβλίνο (μτφρ. Τάκης Πιερράκος)

Δουβλίνο

Γκρίζο τούβλο πάνω σε τούβλο
Πομπώδη μπρούτζινα αγάλματα
Σε σκοτεινά βάθρα-
Ο΄ Κόνελ, Γκράταν, Mουρ-
Ρυμουλκά ζυθοποιείων και κύκνοι
Στο περιφραγμένο με κάγκελα ρεύμα
Γυμνά κόκκαλα στο φεγγίτη
Πεινασμένης εξώπορτας
Απαλός άνεμος στο μάγουλο,
H μπύρα να τρέχει από τις βρύσες
Σχηματίζοντας κίτρινη αφρόκρεμα
Και ο Νέλσον πάνω στο στύλο
Να ατενίζει τον κόσμο του, που χάνεται.
Αυτή δεν υπήρξε ποτέ η πόλη μου
Δε γεννήθηκα, ούτε ανατράφηκα σ΄αυτή
Δεν πήγα σε σχολείο της
Και δε θα μ΄ έχει ζωντανό ή νεκρό
Αλλ΄ όμως κατέχει το μυαλό μου
Με την πενιχρή της φινέτσα
Με τα μαλακά πέπλα της βροχής
Όλα τα φαντάσματά της, που βαδίζουν
Και ό,τι κρύβεται πίσω από τις Γεωργιανές προσόψεις-
Τα καλέσματα των γάτων και ο πόνος
Η αίγλη της παρακμής της
Η ψευτομαγκιά της λαλιάς της.
Tα φώτα χορεύουν στο ποτάμι
Με κίνηση κονσερτίνας.
Και ο ήλιος εγείρεται το πρωϊνό
Σαν μαργαριταρένια καραμέλα στο νερό
Η ομίχλη στους λόφους Γουίκλοου
Είναι κοντά, τόσο κοντά
Όσο οι χωρικοί στο γαιοκτήμονα
Και ο Ιρλανδός στον Αγγλο-Ιρλανδό
Και ο δολοφόνος είναι για μια στιγμή
Πλάι στον άνθρωπο, που σκοτώνει,
Ή, όπως η στιγμή η ίδια,
Στέκει δίπλα στην επόμενη.
Δεν είναι Ιρλανδική πόλη
Δεν είναι Αγγλική
Ιστορική με πυροβόλα και αποβράσματα
Και την ψυχρή φήμη
Ενός αποσπάσματος Εκκλησιαστικών λατινικών
Mιας φράσης ρητορικής.
Όμως, οι μέρες είναι ήπιες
Τόσο ήπιες που έχει ξεχαστεί
Το πάθημα, που έγινε μάθημα
Η σφαίρα στους υγρούς δρόμους,
Η άθλια συναλλαγή
Η σιωπή πίσω από το γέλιο
Τα τέσσερα καμμένα Δικαστήρια.
Κάστρο της Ντάμας
Φρουρά των Σαξώνων
Αυγουστιανή πρωτεύουσα
Ενός Γαελικού Εθνους,
Που οικειοποιείται όλα τα ξενόφερτα
Μου χαρίζεις χρόνο για σκέψη
Και με ένα ταχυδακτυλουργικό τέχνασμα
Αποκαθιστάς την ισορροπία
Της καταρρέουσας στιγμής
Ω, γκριζάδα που μετατρέπεσαι σε άνθος
Γκρίζα πέτρα, νερό γκρίζο,
Τούβλο πάνω σε γκρίζο τούβλο.

(Μετάφραση: Τάκης Π. Πιερράκος)

Dublin

Grey brick upon brick,
Declamatory bronze
On sombre pedestals –
O’ Connell, Grattan, Moore –
And the brewery tugs and the swans
On the balustraded stream
And the bare bones of a fanlight
Over a hungry door
And the air soft on the cheek
And porter running from the taps
With a head of yellow cream
And Nelson on his pillar
Watching his world collapse.
This never was my town,
I was not born or bred
Nor schooled here and she will not
Have me alive or dead
But yet she holds my mind
With her seedy elegance,
With her gentle veils of rain
And all her ghosts that walk
And all that hide behind
Her Georgian facades –
The catcalls and the pain,
The glamour of her squalor,
The bravado of her talk.
The lights jig in the river
With a concertina movement
And the sun comes up in the morning
Like barley-sugar on the water
And the mist on the Wicklow hills
Is close, as close
As the peasantry were to the landlord,
As the Irish to the Anglo-Irish,
As the killer is close one moment
To the man he kills,
Or as the moment itself
Is close to the next moment.
She is not an Irish town
And she is not English,
Historic with guns and vermin
And the cold renown
Of a fragment of Church latin,
Of an oratorical phrase.
But oh the days are soft,
Soft enough to forget
The lesson better learnt,
The bullet on the wet
Streets, the crooked deal,
The steel behind the laugh,
The Four Courts burnt.
Fort of the Dane,
Garrison of the Saxon,
Augustan capital
Of a Gaelic nation,
Appropriating all
The alien brought,
You give me time for thought
And by a juggler’s trick
You poise the toppling hour –
O greyness run to flower,
Grey stone, grey water,
And brick upon grey brick.

Πηγή: booksitting.wordpress.com

12270cookie-checkLouis MacNeice | Δουβλίνο (μτφρ. Τάκης Πιερράκος)

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Share This Post

Share on facebook
Share on linkedin
Share on twitter
Share on email

Περισσότερα για εξερεύνηση

«Εαν μη έλπηται, ανέλπιστον ουκ εξευρήσει
Ανεξερεύνητον εόν και άπορον».

ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ